ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Το όνειρο...


Ξύπνησα ταραγμένος! Ούφφφ! Όνειρο ήταν τελικά!

Επηρεασμένος από το θεατρικό παιδικό έργο που είχα παρακολουθήσει την προηγούμενη μέρα παρέα με το γιό μου, στοιχεία του εισέβαλαν στον ύπνο μου!
Ήταν Άνοιξη λέει, Απρίλιος! Οι εκλογές στη χώρα είχαν τελειώσει. Η νέα κυβέρνηση του Γ.Κ είχε πάρει ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό πάνω από το 40% και με τη βοήθεια του εκλογικού νόμου είχε σχηματίσει κυβέρνηση. Τώρα 20 είχε ο μήνας, 21, 22 θα σας γελάσω…

Η πρώτη απόφαση της κυβέρνησης, πιστή στην βασική προεκλογική της εξαγγελία, ήταν η απέλαση όλων των αλλοεθνών, όλων των μεταναστών και όλων των ξένων.
Εγώ φορούσα ένα ζευγάρι μαγικές μπότες που τρέχαν πολύ πολύ γρήγορα. Μπορούσα να πηγαίνω παντού σε λίγα δευτερόλεπτα! Άντε κάποια λεπτά για τις εκτός Αττικής περιοχές.

Εκείνη λοιπόν την ημέρα, πανυγήρια μεγάλα στήθηκαν σ’όλη τη χώρα. Σε κάθε πλατεία. Επίκεντρο των εκδηλώσεων όμως ήταν η πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα στην Αχαρνών. Εκεί ήταν πολλά κυβερνητικά στελέχη, εκκλησιαστικοί παράγοντες με πρωτεξάρχοντα τον μητροπολίτη Άνθιμο, αλλά και τον Αιγιαλείας και Καλαβρύτων Αμβρόσιο. Όχι ο Αρχιεπίσκοπος δεν ήταν εκεί.
Γύρω γύρω στην πλατεία κάτι τύποι με ξυρισμένα κεφάλια είχαν αρχίσει το χορό. Τσάμικα και Καλαματιανά είχαν την τιμητική τους! Τα μεγάφωνα μιλούσαν για τον αγώνα που δικαιώνεται. Αρνιά είχαν φτάσει από νωρίς και τα μηχανάκια είχαν πάρει φωτιά με τις σούβλες να γυρνάνε αργά αργά… Ευτυχώς που εδώ και κάτι χρόνια αυτά τα μηχανάκια είχαν αντικαταστήσει το χειροκίνητο γύρισμα. Κάποια χρόνια πριν τα μηχανάκια αυτά, κάποιοι έβαζαν αλλοδαπούς να γυρίζουν το αρνί με κανα-δυό χιλιάρικα δραχμές…

Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί στην πλατεία, κάποιοι με Ελληνικές σημαίες κάποιοι από περιέργεια…
-Επιτέλους! Θα ανασάνουμε έλεγαν κάποιοι ηλικιωμένοι.
-Ευτυχώς! Τα παιδιά μας δεν θα κάνουν κούνια με μαυράκια και αλβανάκια!
-Ζήτω η Ελλάς! Αντηχούσαν τα μεγάφωνα! Ζήτω η Ορθοδοξία μας!!

Πιο κάτω εκεί προς την Ομόνοια κάποιοι Έλληνες εργολάβοι οικοδομών τριγύριζαν σαν χαμένοι…
-Μα τι έγινε; Δεν υπάρχει κανείς για δουλειά;
Κανα δυό Έλληνες άνεργοι οικοδόμοι ξεπρόβαλλαν.
-Θα ρθείτε παιδιά για μεροκάματο;
-Πόσα δίνεις ρε μπάρμπα;
- Ε, εντάξει τώρα θα τα βρούμε ρε μάγκες. 30 ευρώ είναι καλά;
-Τι λες ρε θείο. Είσαι καλά; 60 ακατέβατα και το ένσημο στο χέρι.
-Τι ενσημο κι αρλούμπες μου λέτε ρε; Άντε θα σας δώσω 35 άμα κάνετε καλή δουλειά…
-Άστο ρε κουβαρντά. Τράβα βρες καναν Αλβανό!
Αλβανό; Ποιον Αλβανό; Αφού έφυγαν όλοι…

Λίγο πιο κάτω κάτι γεροξεκούτηδες μπαίναν στο σπίτι με το κόκκινο φωτάκι.
-Μα που είναι η Όλια; Έσκουζε ο ένας απ’αυτούς!
-Απέλαση παππού, είπε η χοντρή 55άρα τσατσά. Έφυγαν όλες τους! Μήπως θες να σε βολέψω εγώ; Θα σου πάρω και φτηνά…
Κάποια βρισιά ξέφυγε από το στόμα του γέρου…

Στο μεγάλο κτίριο της Λεωφόρου Κηφισίας ο μεγαλοεργολάβος έτριβε τα χέρια του.
Είχε πάρει άλλο ένα μεγάλο δημόσιο έργο, από τον φίλο του υπουργό Δημ. Έργων.
Έδωσε εντολή να φτιαχτεί το πλάνο εργασιών ώστε σύντομα να τελειώσει και παραδοθεί το έργο, να βάλει στην τσεπούλα το ζεστό δημόσιο χρήμα…
Φωνές όμως ακούγονταν από τον κάτω όροφο.
Τα συνεργεία δεν μπορούσαν να συγκροτηθούν. Έλλειπαν 115 εργάτες από τα σπίτια τους. Μα ούτε και στα κινητά τους απαντούσαν.
Ο μεγαλοεργολάβος πήρε τηλέφωνο τον Υπουργό! Θέλω κόσμο φίλε! Οι μετανάστες έφυγαν.
-Θα σου στείλω από τον ΟΑΕΔ ρε, μην κάνεις έτσι…
Πέρασαν δυό βδομάδες κι ακόμη περιμένει ο εργολάβος τους νέους εργάτες.

Σε μια γειτονιά της Αθήνας δυό αδέλφια τσακώνονταν μεταξύ τους.
-Εγώ δουλεύω σαν το σκυλί ρε Γιώργο! Δεν μπορώ να προσέχω τον γέρο! Να βάλουμε καμμιά γυναίκα.
- Εντάξει βρε Σπύρο μη κάνεις έτσι. Όλο και καμμιά αλλοδαπή νοσοκόμα θα βρούμε.
Ξέρεις καμμία;
-Είναι ένα γραφείο πιο κάτω, το’χει μια κυρία ελληνίδα, φέρνει γυναίκες από τη Γεωργία πρώην νοσοκόμες. Θα τα βολέψουμε ρε. Θα μας έρθει και φτηνά!
Μάλλον θα σε απογοητεύσω αδελφέ! Δεν άκουσες την απόφαση της κυβέρνησης; Έφυγαν όλοι ρεεε!!!


Απέναντι η κακομαθημένη μικροαστή είχε αρχίσει να σκουπίζει το μπαλκόνι της βλαστημώντας! Έφυγε η Μόνα και πρέπει να βρει Ελληνίδα να καθαρίζει το σπίτι ή να το κάνει μόνη της! Δύσκολοι καιροί για πρίγκηπες! Πού να κάθεται τώρα να τρίβει παντζούρια! Θα χαλάσει και το γαλλικό στα νύχια. Και τώρα που σκέφτηκε τα νύχια, η Αλβανιδούλα που ερχόταν σπίτι για το μανικιουρ, λες να έφυγε κι αυτή;;;
Καλά για σιδέρωμα να μην το συζητάμε. Δεν πειράζει μωρέ και λίγο ασιδέρωτα να’ναι θα τα φορέσουμε…

Στο βενζινάδικο ο τζιπάτος έβαλε βενζίνη και οδήγησε το αμάξι του στο πλυντήριο. Μόνο που πλέον δεν λειτουργούσε το πλύσιμο με το χέρι. Μόνο το αυτόματο με τις βούρτσες. Ποιος Έλληνας θα πήγαινε να πλένει αυτοκίνητα όλη τη μέρα με 30 ευρώ;

Οι χλιδάτοι υποψήφιοι γαμπροί τα είδαν όλα εκείνο το βράδι στα «μπάτσελορ πάρτι».
Οι ξένες θεές του στριπτίζ πλέον δεν ήταν στις θέσεις τους. Οι λιγοστές Ελληνίδες δεν έφταναν να καλύψουν τη ζήτηση. Απογοήτευση κυριαρχούσε στους φίλους των γαμπρών. Οι παλιές καλές εποχές πέρασαν… Βέβαια τώρα όμως υπήρχε τουλάχιστον καθαρό Ελληνικό αίμα στη χώρα… Αυτό ήταν το σημαντικό!



Ανεβαίνοντας προς την Εκάλη ένα κλάμα γοερό ακουγόταν από τα «φτωχικά» της περιοχής. Μανάδες τηλεφωνούσαν η μία στην άλλη:
-Τα’μαθες χρυσή μου; Έφυγαν οι φιλιππινέζες μας!! Τώρα δηλαδή θα πρέπει να μεγαλώσουμε μόνες μας τα παιδιά μας; Αυτό είναι ανεπίτρεπτο! Θα πω στον άντρα μου που γνωρίζει τον υπουργό να κάνει κάτι…

Στο λιμάνι του Πειραιά η σύσκεψη στο γραφείο του υπουργού εμπορικής Ναυτιλίας με την αντιπροσωπεία των εφοπλιστών είχε μεγάλη ένταση!
- Μα θα φύγουν οι Φιλιππινέζοι από τα πλοία μας; Είναι ανήκουστο κύριε Υπουργέ! Εμείς σας στηρίξαμε με τόσα εκατομμύρια δολλάρια (τα χρήματά μας είναι σε φορολογικούς παραδείσους ως γνωστόν, γι’αυτό και αρκετά από τα πλοία μας έχουν σημαίες ευκαιρίας|).

Στο τηλέφωνο που έβλεπα να χτυπάει στο σπίτι της θείας μου ήταν ο αδελφός της από το χωριό. Ορεινό χωριό της Φωκίδας που οι λιγοστοί κάτοικοι, ζούσαν από την κτηνοτροφία. Ο αδελφός της είχε πολλά πρόβατα και δυό αλβανούς βοσκούς στη δούλεψή του. Τα παιδιά του είχαν φύγει στη Λαμία για να σπουδάσουν. Ο ένας Μαθηματικός και ο άλλος Αρχαιολόγος. Τα πτυχία τους τα πήραν αλλά για την ώρα βολεύονταν στα Goody’s στην πλατεία Λαού με 700 ευρώ το μήνα. Για το χωριό ούτε να ακούσουν δεν ήθελαν. Μόνο το τυρί και το γιαούρτι απ’το γέρο ξέραν να τρώνε.
Ο θείος λοιπόν απ’το χωριό κόντευε να σκάσει. Δεν είχε χέρια να βοσκήσουν τα πρόβατά του πλέον. Οι αλλοδαποί, απελάθηκαν!

Μετά πετάχτηκα μια βόλτα στην Ηλεία… Οι φράουλες είχαν ωριμάσει στην πεδιάδα της Αμαλιάδας. Όμως σάπιζαν στα θερμοκήπια. Ποιος θα πάει να δουλέψει όλη μέρα για 25 ευρώ και ένα σάντουιτς;
Οι ντόπιοι ήταν όλοι αφεντικά τώρα. Πώς θα κατέβαιναν από το τζιπ να πατήσουν στο χωράφι; Και κείνα τα ρεμάλια στο καφενείο ζητούσαν τουλάχιστον 60 ευρώ κι οκτάωρο…Και διάλλειμμα για καφέ και σαντουιτσάκι.

Οι παραγωγοί είχαν αναστατωθεί! Δεν συμμερίζονταν τις χαρές των κατοίκων(;) του Αγίου Παντελεήμονα. Τι ανθέλληνες σκέφτηκε ο κοντοκουρεμένος νεαρός που του εκμυστηρεύτηκα τις σκέψεις των παραγωγών.
Σ’όλη την επαρχία ένας κακός χαμός γινόταν. Τι θα γίνουν οι σοδιές; Ποιοι θα τις μαζέψουν; Μετά τα αρχικά πανυγήρια, αντιπροσωπείες των αγροτών ανέβηκαν στην Αθήνα. Τουλάχιστον να επιστρέψουν οι «δικοί τους»!
Το ίδιο όμως άρχισαν να σκέφτονται δεκάδες επαγγελματιών, και μετά εκατοντάδες και μετά χιλιάδες…
Γιατί σίγουρα εδώ κόλλαγε ο στίχος του ποιητή « …οι άνθρωποι αυτοί ήταν μια κάποια λύσις»!

Κάπου εκεί εν μεσω διαδηλώσεων πολλών χιλιάδων που ζητούσαν πίσω τους «μετανάστες τους», ξύπνησα από την ταραχή! Μάλλον ήμουν κι εγώ μέσα στο πλήθος!

Δεν υπάρχουν σχόλια: